Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

''Χαιδαρι''- Βαμβακαρης Μαρκος

https://youtu.be/ulbpva1Rc-E

https://youtu.be/ulbpva1Rc-E

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

''ΕΓΩ ΡΕΜΠΕΤΗΣ ΗΜΟΥΝΑ'' (1940)

ΜΟΥΣΙΚΗ: Π. ΤΟΥΝΤΑΣ ΣΤΙΧΟΙ: Σ. ΧΡΥΣΙΝΗΣ ΦΩΝΕΣ: Χ. ΜΑΥΡΙΔΗΣ - ΚΗΡΟΜΥΤΗΣ Σ. ΕΤΟΣ: 1940 Εγώ ρεμπέτης ήμουνα από μικρό παιδάκι ποτέ δεν είχα στη καρδιά λαχτάρες και μεράκι Και με τα κοριτσόπουλα σαν το πουλί πετούσα με μπουζουκάκι και κρασί μαζί τους εγλεντούσα Μα τι να πω της τύχης μου μου μ' έστειλε να μπλέξω στης Δραπετσώνας τα στενά ζωή να κινδυνέψω Χωρίς να θέλω αγάπησα κι έχω βαθιά τον πόνο για μια Δραπετσωνίτισσα σαν το κεράκι λυώνω. ΦΩΝΕΣ: Χ. ΜΑΥΡΙΔΗΣ - ΚΗΡΟΜΥΤΗΣ Σ.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2007 Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΣ ΣΥΝΘΕΤΗΣ Ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΜΠΑΚΑΛΗΣ - (1920 - 2007)

Μπάμπης Μπακάλης (1920 – 2007)



Ο Μπάμπης (Λάμπρος) Μπακάλης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και συνάμα εμπορικότερους συνθέτες του λαϊκού μας τραγουδιού, που σημάδεψε με τις επιτυχίες του το λαϊκό πεντάγραμμο για δεκαετίες ολόκληρες, τραγούδησε τις χαρές και τις πίκρες του Έλληνα και ανέδειξε πολλούς μεγάλους μετέπειτα ερμηνευτές.

Γεννήθηκε το 1920 στα Κανάλια Καρδίτσας. Η μουσική τον κέρδισε σύντομα, καθώς από τα νεανικά του χρόνια άρχισε να δουλεύει ως μπουζουξής στη Θεσσαλονίκη, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα και σε άλλες πόλεις. Το 1944 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και για πρώτη φορά εργάστηκε στο μαγαζί του Γιγουρτόπουλου στον Πειραιά. Το 1958 εμφανίστηκε στο Μενίδι, στου Γκίκα, παρέα με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Μιχάλη Μενιδιάτη, τον Σπύρο Ζαγοραίο και τον Γιώργο Λαύκα.

Δύο χρόνια αργότερα αποφάσισε να συνεργαστεί με τον Δημήτρη Γκούτη κι έτσι άνοιξαν ένα μαγαζί «Στου Μπερέκου» στην οδό Ψαρών (στον Άγιο Παύλο). Όμως, ένα τυχαίο περιστατικό, ένας τραυματισμός του, τον ανάγκασε να αποσυρθεί από τη νύχτα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στο μεταξύ, άρχισε να καταπιάνεται και με τη σύνθεση, που αποδείχτηκε στην πορεία πως ήταν το μεγάλο του ταλέντο. Κατά τη διάρκεια της μουσικής πορείας του, έγραψε γύρω στα 1.500 τραγούδια, όμως ταλαιπωρήθηκε αρκετά, λόγω των αριστερών πολιτικών του πεποιθήσεων.

Ο πρώτος του δίσκος «Κάποια μάνα αναστενάζει» (σε συνεργασία με τον Βασίλη Τσιτσάνη) το 1948 ήταν για πολύ καιρό απαγορευμένος -φέρεται να σώθηκε από τη φυλάκιση, γιατί ήταν συγγενής του πρωθυπουργού Νικόλαου Πλαστήρα. Η «μάνα» με τη φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου έχει μείνει διαχρονική, αλλά έγινε και η αιτία να ψυχραθούν οι σχέσεις του Μπακάλη με τον Τσιτσάνη. Τις διαφορές τους τις έλυσε, αρκετά χρόνια αργότερα, η Δικαιοσύνη.

Από τα πρώτα του τραγούδια ήταν ακόμη το «Για στάσου Χάρε να σου μιλήσω» (1949) σε στίχους Κώστα Βίρβου, «Ο μελλοθάνατος» και η «Πικραγκουριά» (το τραγούδησε ο ίδιος). Στα χρυσά χρόνια του λαϊκού τραγουδιού, ο Μπάμπης Μπακάλης ενέγραψε στη συνείδηση των λαϊκών ανθρώπων και άλλες συνθέσεις του: «Αγωνία», «Αδικημένη μάνα», «Για να μη μας τυραννάνε», «Δεν έχω βγάλει το σχολείο», «Δεν έχω πλούτη να σου χαρίσω», «Δεν με πόνεσε κανείς», «Με ξυπνάς χαράματα», «Έκαψα την καλύβα μου», «Πληγωμένοι κι οι δυο», «Πριν χαράξει θα φύγω», «Συρματοπλέγματα βαριά», «Τα χείλη σου όσα κι αν πουν», «Στο σκαλί το τελευταίο», «Μεσ' τα γλυκοχαράματα», «Ξύπνα καημένε Περικλή» κ.ά.

Ήταν, επίσης, ο δημιουργός που ανέδειξε κάποια μεγάλα αστέρια, δίνοντάς τους το πρώτο σουξέ της καριέρας του, όπως στον Στέλιο Καζαντζίδη το «Θέλω να πεθάνω», στη Γιώτα Λύδια το «Βαδίζει μέσ' στην ερημιά μια μάνα πικραμένη», στην Καίτη Γκρέυ το «Χτύπα καμπάνα θλιβερά τον κόσμο να ξυπνήσεις», στον Αντώνη Ρεπάνη το «Όλος ο κόσμος με μισεί», στον Στράτο Διονυσίου το «Ηλεκτρόφωνο» κ.ά. Τραγούδια του ερμήνευσαν, επίσης, οι Σωτηρία Μπέλλου, Μαρίκα Νίνου, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Βίκυ Μοσχολιού, Πόλυ Πάνου κ.ά.

Πέθανε, σε ηλικία 87 ετών, στις 26 Μαρτίου του 2007.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

''Σαν σημερα εφυγε απο κοντα μας ο γνωστος σε ολους μας Γιωργος Μπατης η αλλιως Γιωργος Τσωρος''

Γιώργος Μπάτης (1890 – 1967)


Από τους σημαντικότερους ρεμπέτες της προπολεμικής εποχής, γνωστός και ως Γιώργος Αμπάτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Τσωρός. Γεννήθηκε το 1885 στα Παλαιά Λουτρά Μεθάνων και σε ηλικία 8 ετών μετακόμισε στον Πειραιά. Στρατεύτηκε το 1908 και υπηρέτησε έως το 1920! Έμαθε μπαγλαμά στις στρατιωτικές φυλακές, όπου τον έκλειναν τακτικά γιατί λιποτακτούσε. Από το 1915 έπαιζε μπαγλαμά και τραγουδούσε στους τεκέδες και τα ταβερνάκια του Πειραιά.

Το 1925 άνοιξε το πρώτο του χοροδιδασκαλείο «Κάρμεν» στη Δραπετσώνα και το 1931 ένα καφενείο - τεκέ, το «Ζώρζ Μπατέ», στα Λεμονάδικα του Καραϊσκάκη (Ακτή Τζελέπη), όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής. Έξι χρόνια αργότερα, του το έκλεισαν και αναγκάστηκε να κάνει άλλο στο Γιουσουρούμ του Πειραιά, όπου συνέχισε να διδάσκει το μπουζούκι. Παράλληλα, εξασκούσε και άλλα επαγγέλματα, όπως κομπογιαννίτης (πουλούσε «ελιξίρια» για τα δόντια, για τους κάλους, κ.λπ.), παλαιοπώλης, ενεχυροδανειστής, μικροπωλητής, κ.ά.

Το 1934, μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Ανέστη Δελιά και τον Στράτο Παγιουμτζή, σχημάτισε το πρώτο ρεμπέτικο συγκρότημα και εμφανίστηκε στην «Ανάσταση» του Πειραιά, στο μαγαζί του Κωνσταντόπουλου (2 μπουζούκια, μπαγλαμάς και τραγούδι). Ήταν η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς», όπως την ονόμασε ο ίδιος.

Αν και ηχογράφησε μόνο 17 τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου, υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές του κλασικού πειραιώτικου ρεμπέτικου τραγουδιού. Οι σημαντικότερες επιτυχίες του: «Ο τεκές του Μπάτη», «Ο Ωρωπός», «Από κάτω απ' το ραδίκι», «Βάρκα μου μπογιατισμένη», «Η Παπαδιά», «Ο Θερμαστης», «Κάτω στην Άγια Μαρίνα», «Ατσιγγάνα με φωνάζουν», «Εφουμέρναμε χασίσι», «Ο γαλατάς», «Η Αλεξάνδρα», «Γιαχνί σοκάκι», «Κάτω στο γυαλό στην άμμο», «Φωνογραφητζήδες», «Βλέπω τέσσεροι παρέα», «Στρατώνα», «Καμηλιέρικο», «Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο» («Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα»), «Ο Mπουφετζής», «Σού 'χει λάχει», «Μάγκες καραβοτσακισμένοι», «Το μπαρμπεράκι», «Γυφτοπούλα στο χαμάμ» κ.ά.

Ο Γιώργος Μπάτης αγαπούσε τα παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα όργανα. Στο σπίτι του διατηρούσε μια συλλογή από πέντε μπουζούκια, δυο μπαγλαμάδες, ένα μισομπούζουκο, μια κιθάρα και μια ρομβία - λατέρνα. Είχε πολύ έντονη την αίσθηση του χιούμορ και οι πλάκες του άφηναν εποχή. Ντυνόταν πάντοτε στην «πέννα», στο κλασσικό στυλ του «παλιόμαγκα», με μαύρο κουστούμι, άσπρο πουκάμισο, παπιγιόν, σκληρό καπέλο και κρατούσε μπαστουνάκι. Φορούσε στιβάλια μυτερά και ψηλοτάκουνα, χαρακτηριστικά παπούτσια των «Κουτσαβάκηδων».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τριγύριζε στα γνωστά του στέκια, ταβέρνες και καφενεία του Πειραιά, παίζοντας στις παρέες τραγούδια από το ένδοξο παρελθόν του. Πέθανε στις 10 Μαρτίου 1967 και κηδεύτηκε -σύμφωνα με την επιθυμία του- παρέα με τον αγαπημένο του μπαγλαμά (έργο του Τσακιριάν).

''Σαν σημερα εφυγε ο μεγαλος μας μαεστρος Γιωργος Ζαμπετας''

Γιώργος Ζαμπέτας (1925 – 1992)


Συνθέτης, βάρδος του λαϊκού τραγουδιού και δεξιοτέχνης στο μπουζούκι. Γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 1925 στην Αθήνα. Τα πρώτα μαθήματα στο μπουζούκι τα πήρε από τον κουρέα πατέρα του και από το 1950 άρχισε να εργάζεται επαγγελματικά σε λαϊκά κέντρα. Στη δισκογραφία μπήκε το 1953.

Το 1959 ο Μάνος Χατζιδάκις τον έκανε «σολίστ» στις συνθέσεις του. Τα επόμενα χρόνια, ο Γιώργος Ζαμπέτας «κέντησε» με τις ξεχωριστές πενιές του τις εισαγωγές και τα τραγούδια των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Πλέσσα, Μαρκόπουλου, Μαρκέα, Καπνίση και πολλών άλλων συνθετών. Έγραψε ακόμα τραγούδια με τους Πυθαγόρα, Καγιάντα, Πρετεντέρη, Παπαδόπουλο, Τζεφρώνη, Μπακογιάννη και Παπαγιαννοπούλου, ενώ συνεργάστηκε στενά με τον κορυφαίο στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη - Τσάντα, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και τον Αλέκο Σακελλάριο.

Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται πάνω από 250 τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία έγιναν επιτυχίες, όπως Πατέρα κάτσε φρόνιμα, Ρωμιός αγάπησε Ρωμιά, Σταλιά-σταλιά, Τι σου ’κανα και μ’ εγκατέλειψες, Τι γλυκό να σ’ αγαπούν, Ο πενηντάρης, Μάλιστα κύριε, Ο πιο καλός ο μαθητής κ.ά. Με τα τραγούδια του ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά τραγουδιστών: Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Δημήτρης Μητροπάνος, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Δούκισσα κ.α.

Πήρε μέρος σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες (Κόκκινα Φανάρια, Λόλα, Οδός Ονείρων κ.ά.).

Πηγαίος, αθυρόστομος, χιουμορίστας, αλλά και μάγκας, αποκριθείς σε ερώτηση δημοσιογράφου για τη σχέση του με το χασίσι, απάντησε: «Αν έχω φουμάρει χασίσι; Λιβααααάδια. "Μάλιστα κύριε" (τίτλος τραγουδιού του Γ. Ζαμπέτα, με ερμηνεία δική του και στίχους του Αλέξανδρου Καγιάντα)».

Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1992.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

''ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΕΦΥΓΕ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΣ ΜΑΡΚΟΣ''

Μέχρι τα δώδεκά του χρόνια είχε εργαστεί σε κλωστήριο, ύστερα ως χασάπης, εφημεριδοπώλης, οπωροπώλης και λούστρος. Σχολείο πήγε λίγο αλλά σταμάτησε νωρίς γιατί έπρεπε να δουλέψει όταν πήραν τον πατέρα του στο στρατό. Έπρεπε, ως ο μεγαλύτερος, γιος της οικογένειας να στηρίξει την οχταμελή οικογένεια.
Το 1917, ήταν 12 ετών, μπάρκαρε για τον Πειραιά όπου δούλεψε ως εκδορέας στα σφαγεία, γαιανθρακεργάτης, ακόμα και ως λιμενεργάτης. Τα βράδια όμως που σύχναζε στους τεκέδες πρωτάκουσε το μπουζούκι και εντυπωσιάστηκε τόσο που βάλθηκε να το μάθει. Και τα κατάφερε. Μέσα σε ελάχιστους μήνες έγινε ένας από τους καλύτερους αυτοδίδακτους μπουζουξήδες.

Αργότερα ξεκίνησε να γράφει τραγούδια, ταλέντο που κληρονόμησε από τον παππού του. Λίγο μετά το 1933, μετά από πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη ηχογράφησε τον πρώτο δίσκο με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» («Να ‘ρχόσουνα ρε μάγκα μου»). Τα ρεμπέτικά του σημείωναν επιτυχία και ο Μάρκος ήταν περιζήτητος.

Μέχρι το 1933 είχε γράψει 50 τραγούδια. ενώ το 1935 γράφει, μεταξύ άλλων, την «Φραγκοσυριανή», ίσως το πιο γνωστό του τραγούδι. ο ίδιος αφηγείται για την δημιουργία του τραγουδιού.
«Όλος ο κόσμος της Σύρου μ’ αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ’ ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν….. Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:

Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου΄χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά…

Ούτε και ξέρω πως την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ‘ αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή».
Αναγκάστηκε όμως να διακόψει πάλι την μουσική. Γύρισε στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Σύρο. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα καθώς η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο θάνατος του αδερφού του Λεονάρδου και της μητέρας του Ελπίδας.

Τότε παντρεύτηκε και την δεύτερη σύζυγό του, την Βαγγελιώ, με τη οποία απέκτησε 4 παιδιά από τα οποία τα δύο πέθαναν πρόωρα. Ο ορθόδοξος γάμος του μαζί της υπήρξε ο λόγος που η καθολική εκκλησία τον αφόρισε μέχρι το 1966. Πριν όμως από την Βαγγελιώ ήταν παντρεμένος, με την Ζιγκοάλα, την οποία μίσησε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.

Η κατάσταση καλυτέρεψε μετά τον πόλεμο όταν ο Μάρκος επέστρεψε στο τραγούδι κυκλοφορώντας πολλές επιτυχίες. Μέχρι που αρρώστησε βαριά, από αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Όταν ήταν έτοιμος να επιστρέψει τα πράγματα δεν ήταν πλέον ίδια. Τον είχαν ξεχάσει. Και κανείς δεν το έπαιρνε σε κάποιο μαγαζί μέχρι που, το 1960, καλλιτέχνες όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι και ο Στράτος Διονυσίου ξεκίνησαν να τραγουδούν παλιά και καινούργια τραγούδια του Βαμβακάρη.

Το εγχείρημα σημείωσε επιτυχία και ο Μάρκος Βαμβακάρης επανήλθε ξανά στο μουσικό προσκήνιο μέχρι τον θάνατό του, στις 08 Φεβρουαρίου του 1972.